Δρόμοι ολάνθιστοι!
Δρόμοι φωτεινοί!
Χαρούμενοι τους διαβαίνουμε
με τραγούδια και χοροπηδητά,
στην κόλαση που οδηγούν...
Δρόμοι ολάνθιστοι!
Δρόμοι φωτεινοί!
Χαρούμενοι τους διαβαίνουμε
με τραγούδια και χοροπηδητά,
στην κόλαση που οδηγούν...
https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-pamplo-neroyda-1904-1973-10/
Μπορεί να διαμαρτυρήθηκα, μπορεί οι διάφοροι εαυτοί μου
να διαμαρτυρήθηκαν,
μπορεί να είπα, δηλαδή να είπαν: φοβάμαι,
φεύγω, φεύγουμε, δεν είμαι από εδώ,
δεν γεννήθηκα καταδικασμένος σε εξοστρακισμό,
απ’ όλους ζητάω συγγνώμη,
γυρνάω να ψάξω τα φτερά των ρούχων μου,
επιτρέψτε μου να επιστρέψω στη χαρά μου,
στο άγριο σκοτάδι, στα άλογα,
στων δασών τη μαύρη χειμωνιάτικη μυρωδιά,
φώναζα, φωνάζαμε και παρ’ όλα αυτά
οι πόρτες δεν άνοιγαν
και έμενα αναποφάσιστος,
αναποφάσιστοι μέναμε,
χωρίς να ζούμε ή να πεθαίνουμε εκμηδενισμένοι
από τη διαφθορά και την εξουσία,
ανάξιοι πια, διωγμένοι
από την καθαρότητα και από τη γεωργία.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Ποτάμια μιζέριας και θάλασσες απόγνωσης, τούτο το μέρος ποτίζουν. Μα πιο αγαπημένη μου εκείνη η κατάμαυρη λίμνη που καθρεφτίζει στην άβυσσο το πρόσωπό μου. Μέσα στο εβένινο νερό της βλέπω τα σχέδια μου να σχηματίζονται. Η ζήλεια, η κακία, η μανία, η εκδίκηση...Απλώνω τα φτερά μου, τα κάποτε τόσο λαμπρά και καθαρά, και τα βλέπω να σκοτεινιάζουν τον τόπο των ψυχών που καταδικάστηκαν σε τούτο το μέρος των βασανιστηρίων. Γελώ και το γέλιο μου αντηχεί φρικτό, τρομακτικό, απαίσιο. Μόνο του προσεκτικού ακροατή η ακοή μπορεί να αντιληφθεί έναν κόκκο μικρό, απειροελάχιστο, νοσταλγίας και θλίψης. Πέρα από το βασίλειο τούτο στέλνω το βλέμμα μου, εκεί που κάποτε πύργο μεγαλόπρεπο και θρόνο είχα στήσει, τώρα άλλοι πρίγκηπες το στέμμα μου διεκδικούν. Τούτοι θα γίνουν τα πιόνια της εκδίκησής μου, τα αντικείμενα της πλάνης μου, οι στρατιώτες του μόχθου μου...Γελώ ξανά, βασιλιάς σκοτεινός σε τούτο το κράτος της απελπισίας. Όμως βασιλιάς...όχι υπηρέτης...
Ετούτο το χειμώνα έριξε μια βροχή
από μαχαίρια
Οι άνθρωποι κρύφτηκαν στα σπίτια τους
για εφτά μερόνυχτα
Την όγδοη μέρα βγήκανε κι έπιασαν
να σκαλίζουνε με τ' απομεινάρια της βροχής
φωλιές για τα αυριανά χελιδόνια
Ιάσονας Θεοδωρίδης - ρίζα - εκδ. Α/συνεχεια
Σαν ακούστηκε η φωνή του, τάραξε τα στοιχεία. Η φύση μεταβλήθηκε κατά τρόπο που κανείς δε μπόρεσε να καταλάβει. Όλα παρέμειναν ίδια αλλά πλήρως διεστραμμένα. Μια κουβέντα αρκούσε για τους σπόρους της διαστροφής να ανθίσουν. Και η τρέλα...η τρέλα εξαπλωνόταν με την πνοή του αέρα. Διαχεόταν με τις ακτίνες του φωτός του ήλιου που μας ζέσταιναν. Χάος με τη μορφή ευταξίας και σωφροσύνης. Κάθε του βήμα έδειχνε φυσικό μα ήταν τερατώδες. Και ο κόσμος επευφημούσε! Λάτρευε! Οι σοφοί πρώτοι απέδειξαν την ανοησία τους και οι ονειροπόλοι την έλξη τους προς τον εφιάλτη. Ήταν η εποχή της παράνοιας, ντυμένη με τον μανδύα της ευπρέπειας. Το θηρίο βρυχιόταν κι εμείς ακούγαμε κελάηδημα αμέτρητων αηδονιών.
Πάλι μακρυά σου, και κοντά
Η σκέψη τη γλυκαπαντά
Στο διάβα τη μορφή σου,
Και στο μεθύσι το γλυκό
Πάλι να κράζη με αγροικώ
Το χάσμα της Αβύσσου
Γιωσέφ Ελιγιά, Άσμα Άσμάτων - Ψαλμοί - εκδ. Δωδώνη
Επιστήμη! αληθινή θυγατέρα του Παλαιού Χρόνου είσαι,
που με τα αδιάκριτα μάτια σου τ’ αλλάζεις όλα.
Γιατί έτσι κατασπαράζεις την καρδιά του ποιητή,
γύπα, που τα φτερά σου είναι θαμπές πραγματικότητες;
Πώς να σ’ αγαπήσει; ή πώς να σε λογαριάσει σοφή,
εσύ που δεν τον αφήνεις στην περιπλάνησή του
να ζητήσει θησαυρούς στ’ ουρανούς τους στολισμένους,
κι ας πετούσε με φτερό ατρόμητο;
Δεν έσυρες την Άρτεμη απ’ το άρμα της,
και δεν έδιωξες τη Χαμαδρυάδα απ’ το δάσος
να ζητήσει καταφύγιο σ’ ένα πιο ευτυχισμένο άστρο;
Δεν ξερίζωσες τη Ναϊάδα απ’ τα νερά της,
το ξωτικό απ’ το πράσινο χορτάρι, κι από μένα
το καλοκαιρινό όνειρο κάτω απ’ το δέντρο του ταμαρίνδου;
Το φίλτρο που μου 'βαλε δεσμά
ποιος δαίμονας έχει φτιάξει
και ποιας το χέρι μοίρας
ενστάλαξε στη ψυχή μου;
Την κατάρα που χρόνια κουβαλώ
( μήπως τη κουβαλώ ακόμα; )
ποια μάγισσα κάτω από το φως
έψαλλε της πανσελήνου;
Φτερούγες μαύρων χερουβείμ
κηδεύουν κάθε χαρά μου
πριν προλάβει να γεννηθεί
την κλέβουν απ' τη μήτρα.
Ο θάνατος δεν έρχεται
αρνείται να μ' αγκαλιάσει
τέλος μα και παρηγοριά
συνάμα να μου δώσει.
https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-ntinos-christianopoylos-1931-2020/
Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Πού θα κρυφτείς
το σκοτάδι σαν πάρει
σάρκα και οστά;
Ποιο καταφύγιο
θα σε σώσει από εκείνο
που στη μήτρα του εφιάλτη
κυήθηκε;
Και σαν στον ύπνο σου σε βρει
και σε δέσει μ' αόρατα δεσμά
και τα εβένινα χέρια του
πάνω σου απλώσει
η άηχη κραυγή σου
θαρρείς πως θα σε σώσει;
Στον Μπ. Μπρεγκεβατζε
Πέθανε κι ο γερασμένος ήσκιος.
Πλησίασαν των πενθούντων οι σκιές.
Πάνω σε κάρα
Σκιερά
Κουβάλησαν
Αρκετές του ψωμιού και του κρασιού σκιές για το τραπέζι.
Στον ήσκιο μιας τέντας έστρωσαν τη σκιά του τραπεζιού.
Γδέρναν οι μοιρολογίστρες τις σκιές των προσώπων τους
Ύστερα φάγαν τις σκιές των άρτων και των ιχθύων
Και στο νεκροταφείο των σκιών
Φέραν το ξόδι του ήσκιου.
Κανείς δεν τσιγκουνεύτηκε μια χούφτα ήσκιο στο λάκκο να του ρίξει
Στρώσαν του χώματος τον ήσκιο
Και πλάι του φύτεψαν μια σκιά ελάτου.
Αύριο στις εφτά το μάτι μου θα καρφωθεί:
Έφτασε ψηλά ο ήλιος της ζωής
Πάνω απ' το μοναχικό μνήμα του γερασμένου ήσκιου.
1975
Νύχτα σκοτεινή,
φτερουγίζει σαν εφιάλτης
πάνω από των κοιμισμένων
τον ύπνο τον γλυκό.
Το θήραμά του γυρεύει
στων άστρων το κάτισχνο φως
Το σύριγμα σαν ακουστεί
ο θρήνος θα σημάνει,
του κυνηγιού το τέλος
καθώς τα μαύρα νύχια μπήγει
στης ψυχής τα βάθη.
Περιπλανιόμουν μόνος σαν σύννεφο
που πλέει ψηλά πάνω από λόφους και κοιλάδες,
όταν ξάφνου είδα ένα πλήθος,
ένα στράτευμα από χρυσούς νάρκισσους·
δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα,
να φτερουγίζουν και να χορεύουν στο αεράκι.
Αδιάκοποι σαν τ’ άστρα που λάμπουν
και τρεμοπαίζουν στον γαλαξία,
απλώνονταν σε ατέλειωτη γραμμή
κατά μήκος της άκρης του όρμου·
δέκα χιλιάδες είδα με μια ματιά,
να τινάζουν τα κεφάλια τους σε ζωηρό χορό.
Τα κύματα πλάι τους χόρευαν· μα εκείνοι
ξεπερνούσαν τα σπινθηροβόλα νερά σε χαρά.
Δεν μπορούσε ο ποιητής παρά να ’ναι εύθυμος
σε τόσο εύθυμη συντροφιά.
Κοίταζα — και ξανακοίταζα — μα λίγο συλλογιζόμουν
ποιον πλούτο μου χάριζε το θέαμα αυτό.
Γιατί συχνά, όταν στο ανάκλιντρό μου ξαπλώνω
σε άδειο ή στοχαστικό καιρό,
αστράφτουν μπροστά στο εσωτερικό μου μάτι,
που είναι η μακαριότητα της μοναξιάς·
κι έτσι η καρδιά μου γεμίζει ευφροσύνη
και χορεύει μαζί με τους νάρκισσους.
Μη σε ξεγελούν
τα φτερά
Το χελιδόνι και
το όρνεο
φτερωτά είναι
και τα δύο.
Όμοιες κι αν είναι
οι οσμές
της άνοιξης και του θανάτου
ο περίγυρός τους
ανεπαίσθητα τις μαρτυρά
Μουσική παράδοξη
παράγουνε τα νύχια
Και των φτερών το χτύπημα
έρπουσα παράνοια
Εκείνη η μυρωδιά
άγνωστη μα φρικτή
που αναδύεται
από το σκληρό το δέρμα
Μάτια μαύρα, άβυσσοι
ψυχές καταβροχθίζουν
όσο ορθώνεται μορφή
Χαμένου Παραδείσου
Θεέ μου...
Αναζήτησα
τον σκοτεινότερο
δαίμονα
και μου 'δειξες
τον καθρέφτη
Ζήτησα να δω
άγγελο λαμπρό
το χέρι Σου
συνέχισε
το ίδιο γυαλί
να δείχνει
Ζιζάνια παλιά και νέα
τον κήπο χορταριάζουν
Οι κηπουροί αδέξιοι
πώς να τα ξεριζώσουν;
Ο γεωπόνος δίνει συμβουλές
στην άγνοια βουτηγμένες
Και τα λουλούδια πνίγονται,
μαραίνονται και πεθαίνουν
Γύρω από ναό οστών
μελλοθάνατοι χορεύοντας,
γιορτάζουν
τη λευτεριά τους
Στο άδυτο
ο ιερέας υποδέχεται
τις ματαιωμένες
ελπίδες τους
Ω, Κύριε, στον καθένα μας δώσε το θάνατό του,
δικό του και προσωπικό. Δώρισε στον καθένα
το θάνατο που εξέρχεται απ' τη ζωή εκείνη,
που εντός της είχε νόημα, αγάπη και ανάγκη.
Rainer Maria Rilke - Το Βιβλίο των Ωρών - εκδ. Αρμός
Παράξενα λόγια οι εραστές στον αιθέρα της νύχτας θα λέγαν
αν είχανε τέτοια συναίσθηση. Γιατί, καθώς φαίνεται, όλα μας
αποκρύπτουν. Κοίτα, τα δέντρα υπάρχουν· τα σπίτια
που κατοικούμε στέκουν ακόμα, Μόνον εμείς, σαν ανάσα αιθέρια
προσπερνάμε τα πάντα. Κι όλα ομόγνωμα μας αποσιωπούν, λίγο ίσως
σαν την ντροπή και λίγο σαν άρρητη ελπίδα.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε - Οι ελεγείες του Ντουίνο - εκδ. Πατάκη
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή τη θυμάμαι...Μάλλον επειδή θα γιόρταζε σήμερα. Μια συμμαθήτρια από το γυμνάσιο. Τρίτη γυμνασίου. Όμορφη κοπελίτσα, καθόταν στο μπροστινό θρανίο. Λέγαμε αστεία. Εγώ κυρίως, αυτή γελούσε. Είχε ωραίο γέλιο...ή έτσι μου φαινόταν. Μια χρονιά ήμασταν συμμαθητές. Δεν ξανασυναντηθήκαμε από τότε. Δεν ξέρω τι έκανε μετά, που πήγε λύκειο, πως εξελίχθηκε η ζωή της. Ίσως ήμουν λίγο τσιμπημένος μαζί της...ίσως και όχι. Δε θυμάμαι. Ούτε το πρόσωπό της θυμάμαι. Αν πέσω πάνω της στο δρόμο αποκλείεται να τη γνωρίσω. Σκέφτομαι όμως καμιά φορά. Αυτή η συνάντηση, και άλλες σαν και αυτή, γιατί έγιναν; Καθαρή τύχη; Σύμπτωση; Κάποιο κρυφό θεϊκό ή συμπαντικό σχέδιο; Και τι άφησε; Μόνο μια ανάμνηση χωρίς νόημα ή μήπως επηρέασε την πορεία των πραγμάτων ανεπαίσθητα; Υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτές τις συναντήσεις, σε αυτές τις γνωριμίες; Γιατί γράφω τώρα αυτό το κείμενο; Και τι κείμενο είναι τούτο; Είναι κάποιου είδους πρόζα ή απλά μια σκέψη που όπως μου ήρθε, έτσι την κατέγραψα...Ακούω έξω τη φασαρία του δρόμου. Η ανάμνηση πια χάθηκε.
Είμαστε αυτό που αισθανόμαστε
και αντιλαμβανόμαστε
Αν είμαστε θυμωμένοι
είμαστε ο θυμός
Αν είμαστε ερωτευμένοι
είμαστε ο έρωτας
Αν κοιτάζουμε μια χιονισμένη
βουνοκορφή, είμαστε το βουνό.
Όσο ονειρευόμαστε
είμαστε το όνειρο
Tich Nhat Hanh-Σιωπη- εκδ. Αιώρα
Ρίζες σπάζουν -
δεν είμαι πια φυτό,
δεν τρέφομαι απ' το χώμα
Καίγοντας τα δεσμά μου
αφήνομαι γυμνός
στο απόλυτο της φωτιάς.
Στρώσε μεγάλο το κρεβάτι
αυτό και στρώσε το με δέος,
μπες και περίμενε να φέξει
ο Λόγος δίκαιος κι ωραίος
Να 'χει αφράτο μαξιλάρι
και να 'ναι τακτικό το στρώμα
κίτρινος ήχος μην ταράξει
καμιάς αυγής αυτό το χώμα
Emily Dickinson - Το Μέγα Ύδωρ - εκδ. Άγρα