Το θυμάμαι σαν χτες. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Ο ήλιος έδυε και είχε ήδη πάρει το κοκκινωπό του χρώμα. Καθώς την έλουζαν οι αδύναμες πια ηλιακές ακτίνες δε μπορούσα παρά να θαυμάσω την αψεγάδιαστη ομορφιά της που ήταν ολοφάνερο πως πήγαζε από κάποια εσωτερική λάμψη. Συζητούσαμε για ένα σωρό αδιάφορα θέματα, παρ' όλα αυτά η συζήτησή μας διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον της. Κάποια στιγμή δυο χελιδόνια πέταξαν μπροστά μας και κινήθηκαν στο κενό ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια που στέκονταν απέναντί μας. Τότε ήταν που κύλησαν ανάμεσα στις κουβέντες μας κάμποσοι σπόροι φακής. Τους κοιτούσαμε, στην αρχή αμήχανα να χοροπηδούν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις μας. Ήταν τόσο διασκεδαστικά τα πηδηματάκια τους που τελικά καταλήξαμε να γελάμε και οι δύο. Ο ήλιος κόντευε να δύσει πια. Εκείνη σηκώθηκε, άνοιξε τα φτερά της σαν της καρδερίνας και πέταξε προς τη κατεύθυνση που είχαν πετάξει λίγο πριν τα χελιδόνια. Εγώ άφησα την ουρά μου να να ξετυλιχτεί και αφού τα χέρια μου και τα πόδια μου έγιναν σαν εκείνα του σαμιαμιδιού, κατέβηκα τον τοίχο της πολυκατοικίας ακολουθώντας μερικούς από εκείνους τους αστείους σπόρους φακής. Κι έτσι, η ιστορία αυτή τελειώνει με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δυο δρόμους που οδηγούσαν αλλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου