Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ένα απόγευμα στο μπαλκόνι

 




Το θυμάμαι σαν χτες. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Ο ήλιος έδυε και είχε ήδη πάρει το κοκκινωπό του χρώμα. Καθώς την έλουζαν οι αδύναμες πια ηλιακές ακτίνες δε μπορούσα παρά να θαυμάσω την αψεγάδιαστη ομορφιά της που ήταν ολοφάνερο πως πήγαζε από κάποια εσωτερική λάμψη. Συζητούσαμε για ένα σωρό αδιάφορα θέματα, παρ' όλα αυτά η συζήτησή μας διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον της. Κάποια στιγμή δυο χελιδόνια πέταξαν μπροστά μας και κινήθηκαν στο κενό ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια που στέκονταν απέναντί μας. Τότε ήταν που κύλησαν ανάμεσα στις κουβέντες μας κάμποσοι σπόροι φακής. Τους κοιτούσαμε, στην αρχή αμήχανα να χοροπηδούν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις μας. Ήταν τόσο διασκεδαστικά τα πηδηματάκια τους που τελικά καταλήξαμε να γελάμε και οι δύο. Ο ήλιος κόντευε να δύσει πια. Εκείνη σηκώθηκε, άνοιξε τα φτερά της σαν της καρδερίνας και πέταξε προς τη κατεύθυνση που είχαν πετάξει λίγο πριν τα χελιδόνια. Εγώ άφησα την ουρά μου να να ξετυλιχτεί και αφού τα χέρια μου και τα πόδια μου έγιναν σαν εκείνα του σαμιαμιδιού, κατέβηκα τον τοίχο της πολυκατοικίας ακολουθώντας μερικούς από εκείνους τους αστείους σπόρους φακής. Κι έτσι, η ιστορία αυτή τελειώνει με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δυο δρόμους που οδηγούσαν αλλού. 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Πώς έγιναν χρυσά τα οστά του αλχημιστή

 


Έψαξε να βρει τα υλικά με μεγάλη προσοχή. Όπως είχε κάνει χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Διάβασε τα αρχαία χειρόγραφα με τις οδηγίες με τη δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθησε κάθε βήμα με ακρίβεια. Έφτιαξε το μίγμα. Ενώ ετοιμαζόταν να το δοκιμάσει πάνω σε ένα κομμάτι μόλυβδο, κάτι άκουσε από την άλλη πλευρά του εργαστηρίου. Του φάνηκε απίστευτο και ακατανόητο αλλά ήταν ο ήχος ενός φλάουτου! Η μελωδία που έπαιζε έγινε πιο έντονη, πιο δυνατή. Δεν ακολουθούσε καμία γνωστή κλίμακα. Ήταν ένα τραγούδι που έμοιαζε να γράφτηκε σε κάποιον άλλον κόσμο! Και τότε άρχισαν να ακούγονται και στίχοι. Ακατάληπτοι, με φθόγγους που ανθρώπινο αυτί δεν είχε ξανακούσει. Ούτε και το δικό του κι ας είχε βρει μουσικά κομμάτια γραμμένα σε χρόνια πριν την καταπόντιση της Ατλαντίδας. Άρχισαν να ματώνουν τα αυτιά του. Μα δεν πονούσε. Κοίταξε προς το μέρος που ερχόταν ο ήχος. Εκεί είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια παράδοξη μορφή ντυμένη με κίτρινο μανδύα. Ένα γέλιο γεννήθηκε μέσα του. Πηγαίο, αστείρευτο, έρρεε πραγματικά. Δεν το έλεγχε. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ένιωσε να τον κυριεύει. Κατάλαβε πως αυτό ήταν εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα. Μα γιατί τώρα; Γiατί έτσι; Η τελευταία σκέψη του ήταν να ψάξει τα χειρόγραφά του. Μα δεν πρόλαβε. Δεν μπόρεσε. Έπιασε τη φιάλη με το μίγμα που είχε παρασκευάσει και γελώντας ήπιε το περιεχόμενο. Μετά κάθισε στην καρέκλα του. Το γέλιο άρχισε να κοπάζει και η μουσική να χάνεται. Ύστερα από κάμποση ώρα σταμάτησαν όλα...Χρόνια μετά βρήκαν τα κόκκαλά του. Μόνο αυτά είχαν μείνει. Και ήταν ολόχρυσα...Για καιρό έμειναν άθικτα ώσπου κάποιος τυμβωρύχος τα έκλεψε. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Χρυσάφι

 


Πότε ξεκίνησε τις προσπάθειες να φτιάξει χρυσάφι κανείς δε ξέρει. Κανένας δε θυμάται. Κλείστηκε στο εργαστήριο κάποτε, αφού μάζεψε όλα τα βιβλία του κόσμου που αφορούσαν το θέμα, και στρώθηκε στη δουλειά. Γενιές και γενιές πέρασαν που έβλεπαν το φως της φωτιάς να λάμπει μέσα στο εργαστήριό του και τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Αυτός όμως ήταν άφαντος. Δεν έβγαινε ποτέ έξω και δεν απαντούσε αν κάποιος χτυπούσε τη πόρτα. Μπορούσε όμως κάποιος, αν έδινε προσοχή, να τον ακούσει να εργάζεται πυρετωδώς εκεί μέσα. Κάθε μέρα, προς το μεσημέρι, οι προμήθειες αφήνονταν έξω από τη πόρτα του. Κάποια στιγμή το βράδυ αργά πρέπει να τις έβαζε μέσα, αφού την άλλη μέρα το πρωί είχαν εξαφανιστεί. Κάποια μέρα ακούστηκαν φωνές θριάμβου και επιτυχίας από το εργαστήριο. Μα και πάλι, κανείς δε βγήκε έξω. Η φωτιά έσβησε, ο καπνός χάθηκε, οι ήχοι έπαψαν. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια απόλυτης ησυχίας. Ο φόβος νικούσε την περιέργεια και κανείς δε πλησίαζε το εργαστήριο. Ώσπου μια μέρα, ο πιο γενναίος του χωριού, έσπασε τη πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκεί μέσα μετά από πρόκληση των χωριανών. Και τότε είδαν την επιτυχία! Στη πολυθρόνα του καθόταν ο αλχημιστής ακίνητος. Η σάρκα του είχε λιώσει από καιρό. Τα κόκκαλά του όμως είχαν μείνει άθικτα. Και ήταν πια από ατόφιο χρυσάφι!

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Χάθηκε...

 


Όλοι είπαν πως εξαφανίστηκε. Πως ήταν ένα αερικό, ένα φάντασμα και σαν τέτοιο χάθηκε. Ήταν ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό. Τα αστέρια έλαμπαν εκεί ψηλά μα δεν μπορούσαν να φωτίσουν τους δρόμους και τα σοκάκια. Ούτε και οι λάμπες έκαναν καλή δουλειά εκείνη την περίεργη νύχτα. Τότε ήταν που εξαφανίστηκε. Σαν να τον κατάπιε το σκοτάδι, είπαν. Μόνο ένας γέρος που καθόταν δίπλα σε μια φωτιά κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι του, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες. "Δε χάθηκε ξαφνικά. Ξεθώριασε σιγά σιγά. Προσπαθούσε, ένας Θεός ξέρει πόσο. Ήταν εδώ, έτρεχε εκεί, έκανε ό,τι μπορούσε. Κανένας μας όμως δε στάθηκε μια στιγμή να τον ακούσει. Να αισθανθεί τις σκέψεις του, να νιώσει τις λύπες του. Κανένας μας δε νοιάστηκε. Ούτε κι εγώ. Ούτε όταν πρόσεξα ότι άρχισε να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται ξαφνικά. Σιγά σιγά σβήνουν. Είτε επειδή εμείς τους θεωρούμε δεδομένους και τους ξεχνάμε είτε επειδή εκείνοι θέλουν να μας ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Έγινε αερικό και στοιχειό, δεν ήταν από την αρχή". Αυτά τα λόγια είπε ο γέρος κι έφυγε για το σπίτι του. Οι υπόλοιποι κουνήσαν τα κεφάλια τους. "Πάει αυτός, το 'χασε" είπαν και ο καθένας συνέχισε να ασχολείται με τα δικά του. Κι εγώ έβαλα τελεία στην ιστορία μου στα λόγια του γέρου και όχι των υπολοίπων.